αγγελοσκιάζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγελοσκιάζομαι < αγγελο- + σκιάζομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

αγγελοσκιάζομαι

  1. (λαϊκότροπο) (λογοτεχνικό) βλέπω τον άγγελο του επικείμενου θανάτου μου
  2. ταράζομαι, τρομάζω

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]