Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκοτωθείς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σκοτωθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
  2. θα σκοτωθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνομαι