Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκυλέψει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σκυλέψει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκυλεύω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
  3. θα σκυλέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκυλεύω