σμόκιν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σμόκιν ουδέτερο άκλιτο
- επίσημο ανδρικό ένδυμα, μαύρο συνήθως σακάκι με σατέν πέτα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
σμόκιν στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σμόκιν
|