smoking

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

smoking < smoke

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

smoking (en)

  1. το κάπνισμα

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

smoking (en)

  1. γερούνδιο - μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος smoke



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

smoking αγγλική < smoking

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

smoking (it)

  1. σμόκιν