σταδιοδρομήσει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σταδιοδρομήσει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
- θα σταδιοδρομήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σταδιοδρομώ