Μετάβαση στο περιεχόμενο

στιχουργήσετε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

στιχουργήσετε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
  2. θα στιχουργήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στιχουργώ