Μετάβαση στο περιεχόμενο

στοιχηματίσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

στοιχηματίσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
  3. θα στοιχηματίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στοιχηματίζω