Μετάβαση στο περιεχόμενο

στρατευτείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

στρατευτείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
  2. θα στρατευτείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στρατεύομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι