στρατωνίζομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατωνίζομαι < στρατωνίζω < στρατών.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στρατωνίζομαι

  • Καταυλίζομαι, καταλύω κάπου (για στρατιώτες).
Η 7η μεραρχία στρατωνίζεται στο παλιό εργοστάσιο.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]