Μετάβαση στο περιεχόμενο

συγχώνευσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συγχώνευσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω