Μετάβαση στο περιεχόμενο

συλλογιστεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συλλογιστεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
  3. θα συλλογιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλογίζομαι