Μετάβαση στο περιεχόμενο

συμβουλέψετε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συμβουλέψετε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
  2. θα συμβουλέψετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμβουλεύω