Μετάβαση στο περιεχόμενο

συμπολεμώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συμπολεμώ < αρχαία ελληνική συμπολεμέω / συμπολεμῶ < πόλεμος

συμπολεμώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]