συμπολεμώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συμπολεμώ < αρχαία ελληνική συμπολεμέω / συμπολεμῶ < πόλεμος
Ρήμα
[επεξεργασία]συμπολεμώ
Συγγενικά
[επεξεργασία]- συμπολεμιστής
- συμπολεμίστρια
- → δείτε τις λέξεις πολεμώ και πόλεμος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συμπολεμώ
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- συμπολεμώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- συμπολεμώ - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
- συμπολεμέω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.