Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνέδεσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνέδεσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέω