Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνδικαλίστηκα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνδικαλίστηκα