Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνεχίσω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνεχίσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
  2. θα συνεχίσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνεχίζω