Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνηγορήσω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνηγορήσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
  2. θα συνηγορήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνηγορώ