Μετάβαση στο περιεχόμενο

συντηρήσω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συντηρήσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
  2. θα συντηρήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συντηρώ