Μετάβαση στο περιεχόμενο

σφυγμομετρήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σφυγμομετρήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
  3. θα σφυγμομετρήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σφυγμομετρώ