Μετάβαση στο περιεχόμενο

σωληνώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σωληνώνω < σωλήνας + -ώνω

σωληνώνω (παθητική φωνή: σωληνώνομαι)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]