Μετάβαση στο περιεχόμενο

σύρει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σύρει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σέρνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέρνω
  3. θα σύρει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σέρνω