σύρει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σύρει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σέρνω
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέρνω
- θα σύρει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σέρνω