τάιμ άουτ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάιμ άουτ < από το αγγλικό time out

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τάιμ άουτ ουδέτερο άκλιτο

  • μπασκετικός όρος που σημαίνει την διακοπή και μικρή παύση του αγώνα για να δοθούν οδηγίες στους παίχτες από τον προπονητή.
  • κατ’ επέκταση, κάθε μικρή διακοπή, δουλειάς, συζήτησης ή καβγά για ανασυγκρότηση.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]