ταγκίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταγκίζω < μεταγενέστερη ελληνική ταγγίζω < ταγγός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ταγκίζω, ταγγίζω και ταγκιάζω

  1. (για λιπαρές και ελαιώδεις ουσίες) αλλοιώνομαι και αποκτώ βαριά οσμή και πικρή γεύση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]