Μετάβαση στο περιεχόμενο

τελειώσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τελειώσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τελειώνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
  3. θα τελειώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τελειώνω