τεμπελιάσει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]τεμπελιάσει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
- θα τεμπελιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τεμπελιάζω