τεπόζιτο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | τεπόζιτο | τα | τεπόζιτα |
| γενική | του | τεπόζιτου | των | τεπόζιτων |
| αιτιατική | το | τεπόζιτο | τα | τεπόζιτα |
| κλητική | τεπόζιτο | τεπόζιτα | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τεπόζιτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική deposito
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τεπόζιτο ουδέτερο
- → δείτε τη λέξη ντεπόζιτο