ντεπόζιτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντεπόζιτο ντεπόζιτα
γενική ντεπόζιτου ντεπόζιτων
αιτιατική ντεπόζιτο ντεπόζιτα
κλητική ντεπόζιτο ντεπόζιτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντεπόζιτο < ιταλική deposito

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντεπόζιτο ουδέτερο

  1. η δεξαμενή· η λέξη συνηθίζεται μιλώντας για τη δεξαμενή καυσίμου των αυτοκινήτων
    τρύπησε το ντεπόζιτο από τα χαλίκια του δρόμου
    το καπάκι του ντεπόζιτου
  2. χρηματικό ποσό που κατατίθεται ως υποθήκη
  3. καΐκι που συνόδευε σφουγγαράδικο στόλο, μετέφερε προμήθειες και χρησίμευε ως αποθήκη για τα αλιευμένα σφουγγάρια

Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]