Μετάβαση στο περιεχόμενο

ρεζερβουάρ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ρεζερβουάρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική réservoir[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɾe.zeɾ.vuˈaɾ/
ρεζερβουάρ αυτοκινήτου

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ρεζερβουάρ ουδέτερο άκλιτο

 συνώνυμα: ντεπόζιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]