Μετάβαση στο περιεχόμενο

τολμήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τολμήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τολμώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τολμώ
  3. θα τολμήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τολμώ