Μετάβαση στο περιεχόμενο

τολμήσω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τολμήσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τολμώ
  2. θα τολμήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τολμώ