Μετάβαση στο περιεχόμενο

τοπιογράφε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

τοπιογράφε αρσενικό ή θηλυκό