Μετάβαση στο περιεχόμενο

τοποθέτησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τοποθέτησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ