τουρμπιγιόν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τουρμπιγιόν < γαλλική tourbillon (στρόβιλος)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τουρμπιγιόν ουδέτερο άκλιτο
- ονομασία περιστρεφόμενου μηχανισμού σε ρολόγια για αύξηση της ακρίβειάς τους που κατατέθηκε ως ευρεσιτεχνία το 1801 από τον Ελβετό-Γάλλο ωρολογοποιό Abraham-Louis Breguet
- ※ το τύμπανο και ο μηχανισμός διαφυγής περιστρέφονται σταθερά στον άξονά τους κατά ακριβώς 360° το λεπτό. Με αυτό τον τρόπο, το τουρμπιγιόν εξουδετερώνει αποτελεσματικά την αρνητική επίδραση της βαρύτητας στην ακρίβεια του ρυθμού (Φόρος τιμής σε μια ιδιοφυία της τέχνης της ωρολογοποιίας Glashütte, incynews.com, 29/04/2021 )
- (σπάνιο, παρωχημένο) σύστημα παιξίματος στο ποδόσφαιρο, με γύρισμα της μπάλας από παίκτη σε παίκτη
- ※ Άλλαξε το ποδόσφαιρο. Το σύστημα W ή το τουρμπιγιόν, όπως τα έλεγαν τότε το αντικατέστησε το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο όπως, το είπαν μερικές δεκαετίες μετά, με νονό την ολλανδική σχολή. Αλλά δεν άλλαξαν μόνο τα συστήματα. Άλλαξε και η σύνθεση του φίλαθλου κοινού (Υπήρξαν και καλές εποχές , ysterografonews.gr, 28/08/23 )
- ※ Το γαλλικόν σύστημα «μπετόν«, καθαρώς αμυντικόν, απασχολεί 8 παίκτας για την άμυνα της εστίας. Αντίδρασης θετική κατά του «τουρμπιγιόν« (Αθλητική Ηχώ, 1/1/1950 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τουρμπιγιόν
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)