τσαλαβούτι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσαλαβούτι (el) ουδέτερο

  1. κολυμπώ παιδιάστικα πιτσιλώντας
  2. Πρότυπο:μει, (γαστρονομία) νερουλή ή υπερβολικά πολύ σάλτσα-σως