Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσινήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τσινήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσινώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσινώ
  3. θα τσινήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τσινώ