τσινώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσινώ < μεσαιωνική ελληνική <τινώ <τινάζω <τινάσσω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τσινώ και τσινάω

συνεκδοχικά[επεξεργασία]

ως αμετάβατο[επεξεργασία]

  • επί υποζυγίων: λακτίζω, κλωτσώ προς τα πίσω λόγω εξαγρίωσης

ως μεταβατικό[επεξεργασία]

  • επί ανθρώπων: ερεθίζομαι, εξοργίζομαι, δυστροπώ
  • αρνούμαι ν΄αποδεχτώ κάτι, αντιδρώ στην ιδέα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

παροιμία[επεξεργασία]

  1. όποιος τσινάει το γάιδαρο θ΄ακούσει τις πορδές του, αυτός που προκαλεί υφίσταται και τις συνέπειες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]