υπερμαχώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερμαχώ < αρχαία ελληνική ὑπερμαχέω / ὑπερμαχῶ
Ρήμα
[επεξεργασία]υπερμαχώ
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υπερμαχώ | υπερμαχούσα | θα υπερμαχώ | να υπερμαχώ | υπερμαχώντας | |
| β' ενικ. | υπερμαχείς | υπερμαχούσες | θα υπερμαχείς | να υπερμαχείς | (υπερμάχει) | |
| γ' ενικ. | υπερμαχεί | υπερμαχούσε | θα υπερμαχεί | να υπερμαχεί | ||
| α' πληθ. | υπερμαχούμε | υπερμαχούσαμε | θα υπερμαχούμε | να υπερμαχούμε | ||
| β' πληθ. | υπερμαχείτε | υπερμαχούσατε | θα υπερμαχείτε | να υπερμαχείτε | υπερμαχείτε | |
| γ' πληθ. | υπερμαχούν(ε) | υπερμαχούσαν(ε) | θα υπερμαχούν(ε) | να υπερμαχούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υπερμάχησα | θα υπερμαχήσω | να υπερμαχήσω | υπερμαχήσει | ||
| β' ενικ. | υπερμάχησες | θα υπερμαχήσεις | να υπερμαχήσεις | υπερμάχησε | ||
| γ' ενικ. | υπερμάχησε | θα υπερμαχήσει | να υπερμαχήσει | |||
| α' πληθ. | υπερμαχήσαμε | θα υπερμαχήσουμε | να υπερμαχήσουμε | |||
| β' πληθ. | υπερμαχήσατε | θα υπερμαχήσετε | να υπερμαχήσετε | υπερμαχήστε | ||
| γ' πληθ. | υπερμάχησαν υπερμαχήσαν(ε) |
θα υπερμαχήσουν(ε) | να υπερμαχήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω υπερμαχήσει | είχα υπερμαχήσει | θα έχω υπερμαχήσει | να έχω υπερμαχήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις υπερμαχήσει | είχες υπερμαχήσει | θα έχεις υπερμαχήσει | να έχεις υπερμαχήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει υπερμαχήσει | είχε υπερμαχήσει | θα έχει υπερμαχήσει | να έχει υπερμαχήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε υπερμαχήσει | είχαμε υπερμαχήσει | θα έχουμε υπερμαχήσει | να έχουμε υπερμαχήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε υπερμαχήσει | είχατε υπερμαχήσει | θα έχετε υπερμαχήσει | να έχετε υπερμαχήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν υπερμαχήσει | είχαν υπερμαχήσει | θα έχουν υπερμαχήσει | να έχουν υπερμαχήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερμαχώ
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- υπερμαχώ - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998), λήμμα: υπέρμαχος