υπορράπτω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπορράπτω < αρχαία ελληνική ὑπορράπτω[1] < ὑπό + ῥάπτω
Ρήμα
[επεξεργασία]υπορράπτω
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπορράπτω
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ὑπορράπτω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.