υποστρέφω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποστρέφω < αρχαία ελληνική ὑποστρέφω < ὑπό + στρέφω
Ρήμα
[επεξεργασία]υποστρέφω
- (λόγιο) στρέφω προς τα πίσω ή επιστρέφω στην προηγούμενη κατεύθυνση, πισωγυρίζω
- (ιατρική) υποχωρώ ή μειώνω την ένταση (για νόσο ή σύμπτωμα)
- (ιατρική) υποτροπιάζω
- (ναυτικός όρος) στρέφω την πρύμνη ιστιοφόρου προς τον άνεμο αλλάζοντας την πορεία του
- παρουσιάζω υποστροφή, δηλαδή τάση να εκτελώ πιο ανοιχτή στροφή από την επιθυμητή λόγω απώλειας πρόσφυσης στους μπροστινούς τροχούς
- → δείτε τη λέξη υπερστρέφω
Συγγενικά
[επεξεργασία]- υποστροφή
- υπόστροφος
- → δείτε τις λέξεις υπό και στρέφω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υποστρέφω
|
|