Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποτρέμω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποτρέμω < ελληνιστική κοινή ὑποτρέμω < αρχαία ελληνική ὑπό + τρέμω

υποτρέμω

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]