Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποχώρησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

υποχώρησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ