Μετάβαση στο περιεχόμενο

φελιάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φελιάζω < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /feˈʎa.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φελιάζω
παρώνυμα: φηλιάζω, φιλιάζω

φελιάζω, αόρ.: φέλιασα, παθ.φωνή: φελιάζομαι, π.αόρ.: φελιάστηκα, μτχ.π.π.: φελιασμένος

  1. (ιδιωματικό, παρωχημένο) ράβω μπάλωμα σε ένδυμα
     αντώνυμα: ξεφελιάζω
  2. (ιδιωματικό, παρωχημένο, κατ’ επέκταση) συνδέω, εφαρμόζω, συναρμόζω, ταιριάζω
  3. (ιδιωματικό, παρωχημένο, βοτανική) μπολιάζω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.