φελιάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φελιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]φελιάζω, αόρ.: φέλιασα, παθ.φωνή: φελιάζομαι, π.αόρ.: φελιάστηκα, μτχ.π.π.: φελιασμένος
- (ιδιωματικό, παρωχημένο) ράβω μπάλωμα σε ένδυμα
- (ιδιωματικό, παρωχημένο, κατ’ επέκταση) συνδέω, εφαρμόζω, συναρμόζω, ταιριάζω
- (ιδιωματικό, παρωχημένο, βοτανική) μπολιάζω
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | φελιάζω | φέλιαζα | θα φελιάζω | να φελιάζω | φελιάζοντας | |
| β' ενικ. | φελιάζεις | φέλιαζες | θα φελιάζεις | να φελιάζεις | φέλιαζε | |
| γ' ενικ. | φελιάζει | φέλιαζε | θα φελιάζει | να φελιάζει | ||
| α' πληθ. | φελιάζουμε | φελιάζαμε | θα φελιάζουμε | να φελιάζουμε | ||
| β' πληθ. | φελιάζετε | φελιάζατε | θα φελιάζετε | να φελιάζετε | φελιάζετε | |
| γ' πληθ. | φελιάζουν(ε) | φέλιαζαν φελιάζαν(ε) |
θα φελιάζουν(ε) | να φελιάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | φέλιασα | θα φελιάσω | να φελιάσω | φελιάσει | ||
| β' ενικ. | φέλιασες | θα φελιάσεις | να φελιάσεις | φέλιασε | ||
| γ' ενικ. | φέλιασε | θα φελιάσει | να φελιάσει | |||
| α' πληθ. | φελιάσαμε | θα φελιάσουμε | να φελιάσουμε | |||
| β' πληθ. | φελιάσατε | θα φελιάσετε | να φελιάσετε | φελιάστε | ||
| γ' πληθ. | φέλιασαν φελιάσαν(ε) |
θα φελιάσουν(ε) | να φελιάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω φελιάσει | είχα φελιάσει | θα έχω φελιάσει | να έχω φελιάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις φελιάσει | είχες φελιάσει | θα έχεις φελιάσει | να έχεις φελιάσει | έχε φελιασμένο | |
| γ' ενικ. | έχει φελιάσει | είχε φελιάσει | θα έχει φελιάσει | να έχει φελιάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε φελιάσει | είχαμε φελιάσει | θα έχουμε φελιάσει | να έχουμε φελιάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε φελιάσει | είχατε φελιάσει | θα έχετε φελιάσει | να έχετε φελιάσει | έχετε φελιασμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν φελιάσει | είχαν φελιάσει | θα έχουν φελιάσει | να έχουν φελιάσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) φελιασμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) φελιασμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) φελιασμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) φελιασμένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | φελιάζομαι | φελιαζόμουν(α) | θα φελιάζομαι | να φελιάζομαι | ||
| β' ενικ. | φελιάζεσαι | φελιαζόσουν(α) | θα φελιάζεσαι | να φελιάζεσαι | ||
| γ' ενικ. | φελιάζεται | φελιαζόταν(ε) | θα φελιάζεται | να φελιάζεται | ||
| α' πληθ. | φελιαζόμαστε | φελιαζόμαστε φελιαζόμασταν |
θα φελιαζόμαστε | να φελιαζόμαστε | ||
| β' πληθ. | φελιάζεστε | φελιαζόσαστε φελιαζόσασταν |
θα φελιάζεστε | να φελιάζεστε | (φελιάζεστε) | |
| γ' πληθ. | φελιάζονται | φελιάζονταν φελιαζόντουσαν |
θα φελιάζονται | να φελιάζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | φελιάστηκα | θα φελιαστώ | να φελιαστώ | φελιαστεί | ||
| β' ενικ. | φελιάστηκες | θα φελιαστείς | να φελιαστείς | φελιάσου | ||
| γ' ενικ. | φελιάστηκε | θα φελιαστεί | να φελιαστεί | |||
| α' πληθ. | φελιαστήκαμε | θα φελιαστούμε | να φελιαστούμε | |||
| β' πληθ. | φελιαστήκατε | θα φελιαστείτε | να φελιαστείτε | φελιαστείτε | ||
| γ' πληθ. | φελιάστηκαν φελιαστήκαν(ε) |
θα φελιαστούν(ε) | να φελιαστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω φελιαστεί | είχα φελιαστεί | θα έχω φελιαστεί | να έχω φελιαστεί | φελιασμένος | |
| β' ενικ. | έχεις φελιαστεί | είχες φελιαστεί | θα έχεις φελιαστεί | να έχεις φελιαστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει φελιαστεί | είχε φελιαστεί | θα έχει φελιαστεί | να έχει φελιαστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε φελιαστεί | είχαμε φελιαστεί | θα έχουμε φελιαστεί | να έχουμε φελιαστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε φελιαστεί | είχατε φελιαστεί | θα έχετε φελιαστεί | να έχετε φελιαστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν φελιαστεί | είχαν φελιαστεί | θα έχουν φελιαστεί | να έχουν φελιαστεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι φελιασμένος - είμαστε, είστε, είναι φελιασμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν φελιασμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν φελιασμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι φελιασμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι φελιασμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι φελιασμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι φελιασμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φελιάζω
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Κατηγορίες:
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)