Μετάβαση στο περιεχόμενο

φιλόκροτος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φιλόκροτος < φιλέω (φιλώ) + κρότος

Επίθετο

[επεξεργασία]

φιλόκροτος