Μετάβαση στο περιεχόμενο

φουσκώσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

φουσκώσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φουσκώνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
  3. θα φουσκώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φουσκώνω