χαντζάρας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χαντζάρας αρσενικό
- (μειωτικό) πολεμιστής που φέρει χαντζάρα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χαντζάρας
|
|