χαντζάρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | χαντζάρα | οι | χαντζάρες |
| γενική | της | χαντζάρας | — | |
| αιτιατική | τη | χαντζάρα | τις | χαντζάρες |
| κλητική | χαντζάρα | χαντζάρες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χαντζάρα θηλυκό
- μεγάλο κυρτό μαχαίρι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χαντζάρα
|
|