Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαντζάρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
χαντζάρι, περίπου 1924
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαντζάρι τα χαντζάρια
      γενική του χαντζαριού των χαντζαριών
    αιτιατική το χαντζάρι τα χαντζάρια
     κλητική χαντζάρι χαντζάρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαντζάρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική hançer < αραβική خنجر (khanjar)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαντζάρι ουδέτερο και χατζάρι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]