Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρυσάμπυξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
χρῡσᾰμπῠκ-
ονομαστική / χρυσάμπυξ οἱ/αἱ χρυσάμπυκες
      γενική τοῦ/τῆς χρυσάμπυκος τῶν χρυσαμπύκων
      δοτική τῷ/τῇ χρυσάμπυκ τοῖς/ταῖς χρυσάμπυξ(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν χρυσάμπυκ τοὺς/τὰς χρυσάμπυκᾰς
     κλητική ! χρυσάμπυξ χρυσάμπυκες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χρυσάμπυκε
γεν-δοτ τοῖν  χρυσαμπύκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρυσάμπυξ < χρυσ- + ἄμπυξ (διάδημα, στολίδι).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kʰɾyː.sám.pyks/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: χρῡσάμπυξ

Επίθετο

[επεξεργασία]

χρυσάμπυξ, -υκος αρσενικό ή θηλυκό (επικός, ποιητικός)