χρυσάμπυξ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| χρῡσᾰμπῠκ- | |||||
| ονομαστική | ὁ/ἡ | χρυσάμπυξ | οἱ/αἱ | χρυσάμπυκες | |
| γενική | τοῦ/τῆς | χρυσάμπυκος | τῶν | χρυσαμπύκων | |
| δοτική | τῷ/τῇ | χρυσάμπυκῐ | τοῖς/ταῖς | χρυσάμπυξῐ(ν) | |
| αιτιατική | τὸν/τὴν | χρυσάμπυκᾰ | τοὺς/τὰς | χρυσάμπυκᾰς | |
| κλητική ὦ! | χρυσάμπυξ | χρυσάμπυκες | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χρυσάμπυκε | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | χρυσαμπύκοιν | |||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kʰɾyː.sám.pyks/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χρῡ‐σάμ‐πυξ
Επίθετο
[επεξεργασία]χρυσάμπυξ, -υκος αρσενικό ή θηλυκό (επικός, ποιητικός)
- που έχει χρυσή άμπυκα ή προμετωπίδα λέγεται για άλογα και θεότητες
- ※ 7ος πκε αιώνας ⌘ Ἡσίοδος, Θεογονία, 916 (915-7)
- Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς.- Κι ύστερα πάλι τη Μνημοσύνη αγάπησε με την ωραία κόμη,
και γεννηθήκανε απ᾽ αυτήν οι Μούσες που φορούν χρυσό διάδημα
οι εννιά, που τους αρέσουν οι ευωχίες και η τέρψη των ασμάτων. - Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
- Κι ύστερα πάλι τη Μνημοσύνη αγάπησε με την ωραία κόμη,
- Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
- ※ 7ος πκε αιώνας ⌘ Ἡσίοδος, Θεογονία, 916 (915-7)
Πηγές
[επεξεργασία]- χρυσάμπυξ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χρυσάμπυξ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'φύλαξ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα χρυσ- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επικοί τύποι
- Ποιητικοί τύποι
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησίοδο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)