ψήφισα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ψήφισα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω